Λάμψεις και ανταύγειες με
πλάνεψαν
απ' τα καυτά σου τα φιλιά.
Κύλησε η νύχτα με ερωτικούς
σφυγμούς,
Μου δίνεις χρώμα
και πνοή.
Τα όνειρα σου ονειρεύτηκα
μα όλα
τελειώνουν την αυγή.
Σήκω αγάπη μου, καιρός να φύγουμε.
Έδειξε κιόλας να χαράζει.
Βγήκαν οι ακτίνες, δες, νοιώθω την ψύχρα τους.
Είσαι χλωμή μα μη σε νοιάζει.
Ώρα να γενούμε πάλι γκρίζοι.
Τι κι αν δε θα σε ξαναδώ σε τούτη τη ζωή ;
Φτάνει που νοιώσαμε μαζί για λίγο ζωντανοί.
Ήρθες κι απόψε.
στο σεληνόφωτο, το αίμα σου βογκά .
Παίρνει τη ζεστασιά του λάγνου πάθους σου,
για τελευταία φορά.
Τα άστρα μου έγνεψαν πως
αποτύπωσαν
την ασημένια σου τη μορφή.
Θα αναριγώ απ' την ανάσα σου
μέσ' των ανέμων τη
γιορτή.
Σήκω αγάπη μου, και να φυλάγεσαι.
Μακριά απ’ την πέτρινη ματιά τους.
Να, οι νεκροζώντανοι ξαναξυπνήσανε.
Για να περνάμε ανάμεσα τους,
ώρα να γενούμε πάλι γκρίζοι.
Τι κι αν δε θα σε ξαναδώ σε τούτη τη ζωή ;
Φτάνει που νοιώσαμε μαζί για λίγο ζωντανοί.
Το σύμπαν γύρω μου
αδρανεί, οι λέξεις στενές …
και εσύ μου
φεύγεις, πορεύεσαι ασταμάτητα.
Παιδί με τη σιωπή
στο βλέμμα και τις ανεμώνες στην καρδιά.
Να 'ξερες … η
αγάπη μου δεν έχει οδηγό ...
επιστροφή
3. Αινίγματα Και Μυστικά
Ώρες πλανιέσαι , στιγμές αγωνιάς
της ζωής την ουσία ζητώντας.
Άλλα σου λέγαν και άλλα συναντάς
και ο χρόνος μονίμως απόντας.
Έ και λοιπόν, σου έχω νέα μικρέ
όσα πέρασες, πέρασαν κι άλλοι.
Λίγοι όμως πέσαν στης γνώσης τις φωτιές
και αλώβητοι γύρισαν πάλι.
αινίγματα και μυστικά,
σκόρπια, κρυμμένα,
περίπλοκα όσο και απλά,
ξάφνου θα φανερωθούν , μην ζεις
θλιμμένα.
Νιώσε τη φύση, γίνε ένας θνητός
θεός,
ο σφυγμός σου κοντά της θεριεύει.
Ερωτευμένος να είσαι συνεχώς
της καρδιάς το μυστήριο μαγεύει.
Τόσοι αιώνες σοφίας , κι απορείς
που ’ν’ τα ίχνη που έχουν αφήσει.
Ψάξε στο μέλλον , ζήσε την ανατολή
μα έχε πάντα το νου σου στη
δύση.
αινίγματα και μυστικά,
σκόρπια, κρυμμένα,
περίπλοκα όσο και απλά,
ξάφνου θα φανερωθούν , μην ζεις
θλιμμένα.
επιστροφή
4. Αλήτης
Σε γνώρισα πιο πριν, μα νιώθω
πρόσκληση,
κάτι στο γέλιο σου και κάτι στ’
άρωμα σου.
Μιλάς με όλους δείχνοντας απρόσιτη,
κι όμως σε λίγο θα βρεθώ στην
κάμαρα σου.
Μα όταν μετά τα δυο σου μάτια με ανιχνεύουνε
γεμάτα γλύκα , προσμονή κι αμηχανία
,
κάτι με σφίγγει σα θηλιά κι ας
υποκρίνομαι.
Πάλι γιατί έμπλεξα σε τέτοια
ιστορία ;
Γιατί είμαι αλήτης , της καρδιάς
σου ο διαρρήκτης.
Κι αν απόψε μ’ αγαπάς , ετοιμάσου
αύριο να με μισήσεις.
Γιατί είμαι αλήτης .
Μαζί μου άφησε όλα τα προσχήματα,
αγάπα τις αλήθειες που πονάνε.
Και εγώ θα σε πλανέψω δίχως ποιήματα
σε δρόμους που άλλοι δεν τολμούν
να πάνε.
Μείνε κοντά μου όσο αντέχεις
, μετά ξέχνα με
και οδήγησε αλλού τα βήματα
σου.
Δεν είμαι εγώ της μιας γυναίκας
σύντροφος.
Ποτέ μου δε θα γίνω ο ήρωας σου.
Γιατί είμαι αλήτης , της καρδιάς
σου ο διαρρήκτης.
Κι αν απόψε μ’ αγαπάς , ετοιμάσου
αύριο να με μισήσεις.
Γιατί είμαι αλήτης .
επιστροφή
5. Κοντά Στα Μεσάνυχτα
Ήταν κοντά στα μεσάνυχτα
τα 'πινα στης παρέας το ρυθμό.
Κουβέντες γνώριμες, ατέρμονες.
Πολλές χωρίς ουσία και ειρμό.
Για μια στιγμή αφαιρέθηκα και κοίταζα
μορφές απ' των τσιγάρων τους
καπνούς.
Να 'ταν η μπύρα ή η πανσέληνος;
Και μια μορφή μιλά με υπαινιγμούς:
Είμαι ο εμπνευστής των ονείρων
σας.
Ρόλους μοιράζω και αφορμές.
Ανώδυνα υποκατάστατα μιας υπέροχης
ζωής ανέφικτης.
Μιας υπέροχης ζωής ανέφικτης...για
εσάς.
Ήμουν φτιαγμένος μα κατάλαβα
τι ήταν και τι ήθελε να πει.
Στην έξοδο αμέσως κατευθύνθηκα
για αέρα που δεν είχε μολυνθεί.
Έγινε η νύχτα άδειο παρελθόν.
Στις τόσες νύχτες άλλη μια κι
αυτή.
Μα όταν συμβεί και είμαι στις
μαύρες μου,
η ίδια αυτή μορφή με προκαλεί:
Είμαι ο εμπνευστής των ονείρων
σας.
Ρόλους μοιράζω και αφορμές.
Ανώδυνα υποκατάστατα μιας υπέροχης
ζωής ανέφικτης.
Μιας υπέροχης ζωής ανέφικτης...για
εσάς.
επιστροφή
6. Το Παράθυρο
Ήταν φιλόδοξος παρουσιαστής
Καριέρα άκρως εξασφαλισμένη.
Τόσα παράθυρα δεν είχε κανείς.
Στα πάνελ πάντα εκλεκτοί προσκεκλημένοι.
Στις εκπομπές του περνούσαν δυστυχείς
Τις ενοχές τους δημόσια πουλούσαν.
Κι αν λέγαν κάποιοι είναι εκμεταλλευτής,
τους απαντούσε με ματιές που απειλούσαν.
Φήμη αποκτώ πιο πολλή .
Έχω κοινό, τι κι αν αυτό με μισεί.
Παραληρούν στο γυαλί.
Μισή η ντροπή μου και η δική τους μισή.
Κάποια στιγμή στα διαφημιστικά
η νευρικότητα του φέρνει ζάλη.
Πάει στον καθρέφτη, βλέπει ξαφνικά
να 'χει παράθυρο αντί κεφάλι.
Πολύ δεν έμεινε αυτό μυστικό.
Κανάλια μάλωναν σε ποιόν θα μιλήσει.
Τον τράβαγαν στα πλατώ σηκωτό.
Μόνο δυο λόγια πρόλαβε να ψελλίσει :
Φήμη αποκτώ πιο πολλή .
Έχω κοινό, τι κι αν αυτό με μισεί.
Παραληρούν στο γυαλί.
Μισή η ντροπή μου και η δική τους μισή.
Δεν άντεξε την παρακμή τελικά.
Απ' το παράθυρο του πέφτει ο αφελής.
Άκουσαν γδούπο μα στο δρόμο ερημιά.
Μονάχα κάποιος με υλικά οικοδομής.
Τώρα σε τοίχο έχει βρει κολλητούς.
Αντί γυαλί, τζάμι διπλό κοιτάει.
Πλαισιώνει στόκους, δήθεν κριτικούς
και έχει για τούβλα καναλάρχες πλάι.
Φήμη αποκτώ πιο πολλή .
Έχω κοινό, τι κι αν αυτό με μισεί.
Παραληρούν στο γυαλί.
Μισή η ντροπή μου και η δική τους μισή.
επιστροφή
7. Τι Είχα Και Τι Έχασα
Δεν μ’
ενοχλούσε η δουλειά, μα κάπου στράβωνε.
Το αφεντικό μου λεει : Bλέπε,
άκου, ενημέρωνε.
Μου το ’πε μια φορά,
αδιαφόρησα.
Το είπε δεύτερη, τότε τα
βρόντησα.
Τι είχα να χάσω έτσι κι
αλλιώς ;
Για κάποιο χρόνο σε
ησυχία δεν βρισκόμουνα.
Σ’ όλο τον κόσμο άσκοπα
περιπλανιόμουνα.
Σε κάτι σίγουρο ποτέ δε
στόχευα.
Τη μέρα ότι έβγαζα, τη νύχτα
ξόδευα.
Τι είχα να χάσω έτσι κι
αλλιώς ;
Τι είχα και τι έχασα...
τι είχα και τι έχασα...
Τι είχα και τι έχασα μέχρι εδώ
;
Σε κάποια πόλη, ίσως σε μπαρ,
ξεχνάω πως και τι,
με πλησιάζει μια μορφή γλυκιά
και μελαγχoλική.
Η μοναξιά εδώ ξένε είναι
αφόρητη.
Να έρθω όπου πας αν θέλεις και
ότι βγει ;
Τι είχα να χάσω έτσι κι
αλλιώς ;
Δεν κράτησε η
ιστορία αυτή, ζητούσε μονιμότητες.
Μα το πιο μόνιμο σε μένα είναι
οι ακρότητες.
Με το που ένιωθα ότι
χορτάριαζα,
κυλούσα παραπέρα, δεν
λογάριαζα
τι είχα να χάσω έτσι κι
αλλιώς.
Τι είχα και τι έχασα...
τι είχα και τι έχασα...
Τι είχα και τι έχασα μέχρι εδώ
;
Τώρα βουτώντας στα τραγούδια ,
φθείρω τη φθορά.
Μέσα στο ροκ ο χρόνος σου
αντίστροφα μετρά.
Αν θα ξεμείνω αύριο δεν
νοιάζομαι.
Να ωριμάσω γρήγορα δεν
βιάζομαι.
Τι έχω να χάσω έτσι κι
αλλιώς ;
Τι είχα και τι έχασα...
τι είχα και τι έχασα...
Τι είχα και τι έχασα μέχρι εδώ
;
επιστροφή
8. Θα Ξανάρθουν
Μες στην κρύπτη σου κινείσαι
νωθρά,
τα ένστικτα σου προσπαθείς να κρύψεις.
Αποστειρωμένος καλά, μα σε προδίδει
η οσμή της σήψης.
Η ματιά σου παγωμένη φωτιά, σημάδι
κάποιοι θα χαθούνε.
Δρας υπόγεια, μεθοδικά . Τα θύματα
σου δεν κοιτάς μετά.
Μα θα ξανάρθουν. Το ξέρεις καλά.
Θα ξανάρθουν. Νύχτα ή μέρα.
Όταν νιώσεις πιο ασφαλής , πως
δεν σε θυμάται κανείς ,
θα αντικρίσεις το βλέμμα τους
, θα σε πνίξουν στο αίμα τους.
Σαν θα ξανάρθουν.
Είτε είσαι γεννημένος φονιάς
είτε πλασιέ λευκού θανάτου,
πληρωμένος εκτελεστής ή στρατηγός
στρατού αοράτου,
οι νεκροί σου δεν έχουν μορφή
. Είναι απώλεια αμελητέας αξίας,
παρελθόν ,στατιστική ή κάποιο
λάθος σε κούρσα υπεροχής.
Μα θα ξανάρθουν. Το ξέρεις καλά.
Θα ξανάρθουν. Νύχτα ή μέρα.
Όταν νιώσεις πιο ασφαλής , πως
δεν σε θυμάται κανείς ,
θα αντικρίσεις το βλέμμα τους
, θα σε πνίξουν στο αίμα τους.
Σαν θα ξανάρθουν .
επιστροφή
9. Καλυψώ
Μωρό μου σ' έχω ερωτευθεί, μια ματιά
σου ήταν αρκετή.
Πριν προλάβω ν’ αμυνθώ, μ' έκανες να σε ποθώ.
Μου πήρες το μυαλό με άφησες λειψό.
Δείξε πως με θέλεις Καλυψώ.
Στην καρδιά μου αιμορραγώ, ξέρεις φταις εσύ γι' αυτό.
Μια την πλάτη μου γυρνάς, μια με νόημα με κοιτάς.
Μου πήρες το μυαλό, με άφησες λειψό.
Δείξε πως με θέλεις Καλυψώ.
Σου είπα είσαι το όγδοο το θαύμα,
το ομορφότερο ολωνών.
Μα εσύ δεν μου γιάτρεψες το τραύμα.
Καλυψώ, εξηγήσου μια για πάντα.
Άσε τις υπεκφυγές, σ’ αρέσει η νύχτα κι ας μην το λες.
Με δυο νότες και μια γουλιά, θα σου φύγει η παγωνιά.
Μου πήρες το μυαλό, με άφησες λειψό.
Δείξε πως με θέλεις Καλυψώ.
επιστροφή
10. Άκου
Δω Μωρό μου
Σου το 'πα θα 'μαι ο φίλος σου, εντάξει παίζω και τον εραστή
μα δεν μ' αρέσει ο τρόπος σου, ο ρόλος που ζητάς με επιμονή:
Γόησσα του χθες με μακιγιάζ πυκνό, ύφος βαρεμένο, ειρωνικό.
Το βλέμμα σου απόμακρο, τα χείλη σου δυο κόκκινα οχυρά
που αν τύχει και ξυπνήσουνε, κανένας δε γλιτώνει τα πυρά.
Πλέκεις μ' επιμέλεια τον ιστό, κάποιος θα πιαστεί, μα όχι εγώ.
Άκου εδώ μωρό μου: Δεν σ' αγαπώ.
Τ' άκουσες μικρό μου; Πως να σου το πω;
Ακου εδώ μωρό μου: Δεν είμαι φελλός.
Τ' άκουσες μικρό μου; Εγώ τελειώνω αλλιώς.
Το μέλλον σου ονειρεύεσαι ανάμεσα σε στήλες κοσμικών.
Την όψη σου ερωτεύεσαι με κομπλιμέντα κρύων καθρεφτών.
Δάγκωσες το δόλωμα γερά. Είπα να βοηθήσω, μα είναι αργά.
Βαρέθηκα τις πλάνες σου, τις ψεύτικες μικρές σου ενοχές.
Συνέχισε το δρόμο σου χαμένη στων χαμένων τις τροχιές.
Ήρθε η στιγμή, εδώ σ’ αφήνω. Παίρνεις πιο πολλά απ' όσα δίνω.
Άκου εδώ μωρό μου: Δεν σ' αγαπώ.
Τ' άκουσες μικρό μου; Πως να σου το πω;
Ακου εδώ μωρό μου: Δεν είμαι φελλός.
Τ' άκουσες μικρό μου; Εγώ τελειώνω αλλιώς.
επιστροφή
11. Υποσυνείδητα
Φεύγεις, σε αδιέξοδα ρίχνεσαι
με έργα και λόγια γνωστά.
Και εγώ σκιά σου όπου βρίσκεσαι
σε καταγράφω πιστά.
Στο φως με ελέγχεις που απλώνομαι
στα πόδια σου εφαρμοστά.
Σα σκοτεινιάσει όμως χάνομαι
και σε τυλίγω απαλά.
Σου στέλνω μηνύματα, κρυφούς κωδικούς.
Απόρρητα σήματα. Δεν με ακούς ;
Ότι ποθούσες το ήξερα
πριν γίνει συνειδητό.
Ότι απωθούσες έως σήμερα
το έχω φυλάξει καιρό.
Μην ξεγελιέσαι απ’ τα μάτια σου,
σε όποια αναζήτηση μπεις.
Το άγριο ταξίδι είναι μέσα σου,
όταν εμένα θα βρεις.
Σου στέλνω μηνύματα, κρυφούς κωδικούς.
Απόρρητα σήματα. Δεν με ακούς ;
επιστροφή
12. Η Φάννυ
Η Φάννυ μπαίνει στο μπαράκι,
απόψε σχόλασε νωρίς.
Ε μπάρμαν...βάλε μου μια βότκα.
Μην έτυχε τ' αγόρι μου να δεις;
Τα πίνει εδώ τις νύχτες που εγώ
αργώ.
Ο μπάρμαν λεει: Φάννυ ακου, τον
άντρα σου έχω κολλητό
μα θέλω μόνο το καλό σου και
ψέμα δεν μπορώ να πω.
Δεν θα φανεί, γυρνά με μια μελαχρινή!
Η Φάννυ είναι υπόδειγμα γυναίκας,
σε όλους πάντα αγαπητή.
Το γάμο σκέφτεται μονάχα, γι’
αυτό δουλεύει σα σκυλί,
ενώ αυτός γυρνά και χάνεται διαρκώς.
Δεν θα 'ταν δώδεκα η ώρα που
ακούστηκε η πνιχτή της στριγκλιά.
Αμέσως το 'χε μετανιώσει που
του 'ριξε τη μαχαιριά.
Του λεει: Γιατί; Τι σου 'λειπε
απ' τη ζωή;
Εκείνος είναι πλέον τελειωμένος,
το νιώθει μα χαμογελά.
Μωρό μου και να θες δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις
τελικά
τι είναι αυτό που μου ρουφάει
το μυαλό.
επιστροφή
13. Ο Ένοχος
Άμορφα σίδερα, καμένα λάστιχα.
Στην έρημη άσφαλτο ξάφνου σωριάστηκα.
Σαν έρθει ασθενοφόρο, θα ’μαι κάπου αλλού, σε άλλο ταξίδι.
Πριν λίγο πέταγα, ζούσα για το παρόν.
Τώρα αιωρούμαι σε μέλλον παρελθόν.
Μονάχα τη μορφή του δεν διέκρινα...
Ποιος είναι ο ένοχος ; Ποιος είναι ο ένοχος ;
Ποιος είναι ; Πως
ξεφεύγει; Που να κρύβεται ;
Θέατρο μίσους, τυφλή παράνοια. Τρόμος σε Ασία, ΗΠΑ, Βαλκάνια.
Μια σφαίρα ήταν το κάψιμο στο στήθος μου με το όνομα μου.
Δεν θα με ξαναβρεί της άνοιξης βροχή.
Ποιος στην καλή μου μια εξήγηση θα
πει;
Μια έκφραση παράπονου την σκίασε.
Ποιος είναι ο ένοχος ; Ποιος είναι ο ένοχος ;
Ποιος είναι ; Πως
ξεφεύγει; Που να κρύβεται ;
Βρήκαν στο αίμα μου τον ύπουλο ιό.
Πως μου συνέβη; Δεν είναι δυνατόν.
Του έρωτα τη μάσκα ο χάρος πέταξε και έδειξε εμένα.
Πριν φύγω μόνος μου, χωρίς πλαστές κραυγές,
χωρίς συνάνθρωπους, φθηνούς υποκριτές,
μια ερώτηση πλανιέται
αναπάντητη.
Ποιος είναι ο ένοχος ; Ποιος είναι ο ένοχος ;
Ποιος είναι ; Πως
ξεφεύγει; Που να κρύβεται ;
Τόσο κοντά μας… Τόσο κοντά μας…
επιστροφή
14. Πόθοι Ανεκπλήρωτοι
Πάλι κοντεύει να χαράξει, κι
αυτή άραγε κοιμάται;
-ξορκίζοντας τα όνειρα μην είναι
ανασφαλή-.
Και εγώ μες σ' ένα τέταρτο ντυμένος,
νυσταγμένος,
ανοίγοντας το βήμα μου,
προφταίνω
τους εργάτες στη γραμμή.
Σαν μπαίνω
μες τη σήραγγα, αρχίζει
και ξυπνάει.
Τα μάτια της ζηλεύουνε οι ανταύγειες
του πρωινού.
Τεντώνει το κορμάκι της κι η ανάσα της με ζώνει
καθώς ελέγχω τις στοές που χάνονται
στα σπλάχνα του βουνού.
Πόθοι ανεκπλήρωτοι, έρωτες αλύτρωτοι
συννέφιασμα στη ματιά μας.
Κρυφά ριζώνουνε, μετά στοιχειώνουνε.
Πόσο πληγώνει η λογική.
Την ώρα του διαλείμματος δεν έχω ησυχία
χαράζω το όνομα της στου βράχου
τις ρωγμές.
Κι αυτή στο αμφιθέατρο σκυφτή σε σημειώσεις
οι λέξεις γίναν κύματα, κι απόμερα
ακρογιάλια οι γραμμές.
Στη βάρδια τη νυχτερινή οι ίσκιοι μεγαλώνουν
απλώνεται η υγρασία, το κόκαλο
νικά.
Και εκείνη που μου άφησε ανεξίτηλα
σημάδια,
ανήμπορη να ελπίζει πια, προφέρει
το όνομά μου πιο αραιά.
Πόθοι ανεκπλήρωτοι, έρωτες αλύτρωτοι
συννέφιασμα στη ματιά μας.
Κρυφά ριζώνουνε, μετά στοιχειώνουνε.
Πόσο πληγώνει η λογική.
επιστροφή
15. Αλλοτρίωση
Έρχονται μέρες σκοτεινές
χρησμοί μιλούν γι’ αυτές
προφητείες βιβλικές
για δαίμονες και τρίσεκτες μορφές.
Όμως μια αόρατη απειλή
γεννιέται στη σιωπή
περιμένει τη στιγμή
σε μέδουσα να μεταμορφωθεί.
Λεν πως για να σωθείς ,
θα σκύψεις να μη δεις την φοβερή
ματιά της.
Μα αν θες να λυτρωθείς ,
τον τρόπο εσύ θα βρεις να την
απολιθώσεις.
Σ’ ακολουθεί από κοντά
μιλά ψιθυριστά
πονηρά χαμογελά.
Τα όνειρα σου κάνει πιο φτηνά.
Και όταν το μαύρο της φιλί
συνήθεια σου γενεί ,
το ελέγχεις θα σου πει
μα πρόσεξε έχεις πια παραδοθεί.
Λεν πως για να σωθείς ,
θα σκύψεις να μη δεις την φοβερή
ματιά της.
Μα αν θες να λυτρωθείς ,
τον τρόπο εσύ θα βρεις να την
απολιθώσεις.